Κυριακή 24 Αυγούστου 2008

Ταξίδι

Ξόδεψα μερικά λεπτά για να βρω τη θέση μου στο βαγόνι...
Όταν κάθισα δίπλα στο παράθυρο κατάλαβα ότι άρχισε να βρέχει...
Πλέον το καλοκαίρι πέθαινε...
Οι βροντές έμοιαζαν με επιθανάτιους
ρόγχους...
Οι αστραπές έμοιαζαν με
εκλάμψεις μνήμης μιας αλλοτινής κατάστασης...
Η καρώ βαλίτσα μου κείτονταν στο δάπεδο της αμαξοστοιχίας...
Αμέσως τη βόλεψα στη διπλανή κενή θέση...
Δεν ήθελα να γεμίσει από κάποια ανεπιθύμητη παρουσία...
Κάποια στιγμή βαρέθηκα να κοιτώ από το παράθυρο και ξεκίνησα να περιεργάζομαι το εσωτερικό του βαγονιού...
Παντού ξύλο και μεταλλικά τελειώματα...
Την εξερεύνηση σταμάτησε ένας ψηλός κύριος που κάθισε απέναντί μου...
Πρέπει να ήταν γύρω στα 50...
Γκριζομάλλης και με σκληρά χαρακτηριστικά...
Είχε και ένα τικ:
έβηχε κάθε 27 δευτερόλεπτα...
Ξανά κοίταξα έξω από το παράθυρο...
Άρχισα να κουνώ τα πόδια μου νευρικά...
"Κουράστηκα να περιμένω" σκέφτηκα...
...
...
...
Ξαφνικά το τραίνο άρχισε να κινείται...
Χαμογέλασα και έγειρα στο κάθισμα...
"Καλό μας ταξίδι....
Γκούχ!" ευχήθηκε ο άγνωστος...
Χαμογέλασα ξανά ευγενικά...
Κοίταξα το παράθυρο...
"-
Ποιός είναι ο προορισμός σας; Γκούχ!
-Η Χώρα του Πουθενά! Πάω εκεί για να ζήσω περιπέτειες...
-Και εγώ εκεί πάω... Θέλω να νιώσω καλύτερα... Να σταματήσω να έχω...
Γκούχ!
-Σχεδιάζεται να γυρίσετε κάποτε;
-Το θέλω αλλά έχω ακούσει πως στη Χώρα του Πουθενά ξεχνάς τα πάντα... Δεν ξέρω αν θα θυμηθώ να γυρίσω πίσω...
Γκούχ!"
Χαμογέλασα ακόμη μια φορά, σηκώθηκα και άνοιξα το παράθυρο...
Έμεινα να κοιτάζω την μικρή, παραλιακή και ωχρή πόλη που άφηνα πίσω...
Κάπου εκεί μέσα θα υπήρχε και Αυτή...
Έκλεισα τα μάτια και τη σκέφτηκα να περπατά στην παραλία...
"
Γκουχ!"
Επανήλθα...
"-Δε θα ξεχάσω την μικρή πόλη... Θα ξαναγυρίσω κάποτε... Έχω ανθρώπους που με περιμένουν εκεί...Έχω την...
-
Γκούχ! Το όνομά της το ξέχασες κιόλας! Είναι από το τραίνο... Επιταχύνει και οι αναμνήσεις μας μένουν πίσω... Κάθισε... Έχουμε δρόμο ακόμα... Στο τέλος του ταξιδιού δε θα θυμάσαι πολλά... Γκουχ!"
Κάθισα...
Ίσως είχε δίκαιο...
Το τραίνο έτρεχε και νιώθαμε μικρές δονήσεις,
σα να σκόνταφτε πάνω σε θύμισες...
Στα μισά της διαδρομής άρχισαν και οι
ημικρανίες...
Ύστερα έπεσε βαθύ σκοτάδι...
Δεν έβλεπα τίποτα από το παράθυρο...
Κάποιος μου είχε πει πως αυτές τις ώρες το τραίνο βγάζει φτερά...
Σηκώνετε από τις ράγες και πετά κοντά στη Σελήνη...
Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια μου...
Δε θυμόμουν
ποιός μου το είχε πει..


Δεν υπάρχουν σχόλια: